Τρίτη, Οκτωβρίου 24, 2006

Και Η Λητώ? Πάει στη Δήλο... #4

Μια κοιλάδα γεμάτη υγρασία απλώνεται μέχρι εκεί που η γη ακουμπά τον ουρανό. Στάλες νερού αιωρούνται στο γκρίζο τοπίο και περπατά ανάμεσα τους, μικρό κοριτσάκι με σημάδια στα γόνατα. Κοιτά πάνω και η ματιά της πετάει πέρα απ'τη πάχνη στον ουρανό, γαλάζιος σαν υπόσχεση άνοιξης της χαιδεύει τα βλέφαρα.

-Δεν τελείωνει τίποτα κόρη μου... τίποτα που να μην εχει τελειώσει μέσα σου πρώτα.
Η γιαγιά Λητώ.

Φωνές παντού...

-Τι γλυκό μωρό!
-Λητώ μου καθάρισε σε παρακαλώ το δωμάτιο σου...
-Ο χρόνος τελείωσε μολύβια κάτω.
-Λητώ τον βλέπω, σε κοιτάει...
-Συγχαρητήρια δεσποινίς περάσατε.
-Θα σε αγαπάω πάντα...
-Αγκάλιασε με...
-Τελείωσε, δεν θέλω να κλαίω άλλο...

Αναφιλητά...
____

Άσπροι τοίχοι, ξεφλουδίζουν γύρω απο ράγες αλουμινίου γεμάτες σημάδια απο τα φορεία που περνούν πανω-κάτω, αριστερά-δεξιά. Πίσω απο την κλείστη πόρτα μια τσιριχτή φωνή ακούγεται.

-Ποιός σας είπε να στείλετε το τροχαίο εδώ? Γαμώτη μου δεν εφημερεύω, δεν έχω ορθοπαιδικό, δεν έχω νευροχειρούργο, θέλετε να τη σκοτώσετε την κοπέλα?

Χτύπησε το χέρι της πάνω στο γραφείο με δύναμη. Πόνεσε. Ο πόνος την έκανε να εκσφενδονίσει το ακουστικό ενώ η φωνή απο την άλλη πλευρά της γραμμής δεν σταμάτησε να δικαιολογείται. Σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα και έτρεξε στη γραμματεία.

-Πάρε τηλέφωνο Ελευθεριάδη και Κωστέα και πέστους να έρθουν το συντομότερο δυνατό. Έχουμε περιστατικό. Βγάλε μια ανακοίνωση οτι θέλω τους ασκούμενους στο γραφείο μου τώρα.

Η σειρήνα ακούγεται απο μακριά. Έρχεται.

-Κυρίες κύριοι, ξέρω πώς σήμερα δεν εφημερεύουμε αλλά θα σας ζητήσω να βάλετε τα δυνατά σας. Έχουμε επείγον περιστατικό απο τροχαίο με κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και κακώσεις άκρων. Σκεφτείτε οτι θα μπορούσε να είναι η αδερφή σας ή η γυναίκα σας.

Το ασθενοφόρο μόλις έχει σταματήσει μπρόστα απο την είσοδο του νοσοκομείου. Ανοίγει η πόρτα και το φορείο με ένα ξερό ήχο ξεκινά ταξίδι. Στη ζωή ή στο θάνατο?

-Άκρη επείγον περνάει...

Μυρωδία αίματος, βλέφαρα κλειστά σε χρώμα μπλέ, δέρμα σκαμμένο ανακατεμένο με γυαλί.

-Ήρθε το περιστατικό. Καθαρίστε την και ετοιμάστε την για ακτινογραφίες και υπερηχογράφημα. θέλω μέχρι να έρθει ο ορθοπεδικός και ο χειρούργος να έχω θώρακος, άκρων, αξονική και τις αίματος στο γραφείο μου. Καλέστε τους δικούς της.

Το φορείο συνεχίζει το ταξίδι μαζί με τς φωνές. Διάδρομοι, πόρτες, λευκό, γκρίζο, ξεφλουδισμένοι τοίχοι, μάτια γεμίζουν με αγωνία.

-Γιατρέ, έχουμε σφιγμό μα δεν έχουμε αντανακλαστικά...
___

-Γιαγιά αγκάλιασε με...
-Έλα κόρη μου. Τι κάνεις έδω?
-Ήθελα να σε δώ γιαγιά. Να σου μιλήσω. Έχω καιρό να σε δώ. Κλαίω πολύ γιαγιά μου.
-Γιατί κόρη μου? Τι σε πονάει ψυχή μου? Μη μου στεναχωριέσαι. Περνάνε όλα κόρη μου. Δεν πρέπει να σε δούν έδω. Θα σε κρατήσουν παιδί μου. Και δεν κάνει ακόμα.

Η εικόνα της έγινε μικρά κομμάτια που φυλακίστηκαν στις στάλες του νερού. Δεν αιωρούνταν πια. Γεννιόντουσαν στο χώμα και ανέβαιναν πρός τον ουρανό. Συνέχιζε να περπατά. Κοίταξε γύρω της και απλωσε το χέρι. Οι στάλες το διαπερνούσαν και συνέχιζαν την πορεία τους προς τα πάνω. Σταμάτησε να περπατά. Στάθηκε αποσβολωμένη να κοιτά. Μπροστά. ένα θεόρατο δέντρο έκλεινε το μονοπάτι της. Γυμνά κλαδιά, κακή σκία που πονούσε τα μάτια της. Σωριάστηκε στο χώμα και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της. Γλιστρούσαν απο τα τσίνορα της και ακολουθούσαν τις στάλες. Προς τα πάνω.
___

-Τον ορό στο δωμάτιο των επειγόντων παρακαλώ.
Στη γραμματεία μπροστά ένας νοσηλευτής με τον ορό στο χέρι παίρνει τις οδηγίες του. Παραδίπλα συνοδοί ασθενών ψιθυρίζουν.

-Την είδες τη κοπέλα?
-Ναι άστα. Περιμένουν τους γιατρούς να τη βάλουν χειρουργείο. Και πόσο νέα, πόσο όμορφη. Κρίμα το κορίτσι. Μακάρι να πάνε όλα καλά.
-Κάτι πήρε το αυτί μου οτι είναι σε κώμα.
-Δύσκολη κατάσταση. Μακριά απο μας.

Στο βάθος του διαδρόμου μια φιγούρα φάνηκε να πλησιάζει. Περπατούσε γρήγορα και η σιωπηλή κραυγή που έβγαζε χτυπούσε τους τοίχους σαν τα φορεία που έκαναν σημάδια στις αλουμινένιες ράγες.
Το αίμα ήταν ακόμα παγωμένο και το λευκό είχε γίνει ένα πια με το δέρμα του...